ευπειθώ

ευπειθώ
(ΑΜ εὐπειθῶ, -έω) [ευπειθής]
είμαι ευπειθής, υπάκουος, υπακούω πρόθυμα
αρχ.
συναινώ, συγκατανεύω, στέργω.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • ευπιθώ — εὐπιθῶ, έω (Α) (δ. γρφ. τού εὐπειθῶ) υπακούω πρόθυμα …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”